Ο ηγέτης του Θρύλου πάνω απ' τον Φλορεντίνο Πέρεθ
Η γνωστή ιστοσελίδα Four Four Two δημοσίευσε μία λίστα με τους 50 πλουσιότερους ιδιοκτήτες ομάδων σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε αυτήν τη λίστα είναι και ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, Βαγγέλης Μαρινάκης, ως ιδιοκτήτης του Θρύλου της Νότιγχαμ Φόρεστ και της Ρίο Άβε.
Ο ισχυρός εφοπλιστής βρίσκεται στη 43η θέση της λίστας με την περιουσία του να αποτιμάται στα 4,5 δις ευρώ, ενώ μία θέση πιο κάτω βρίσκεται ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης Φλορεντίνο Πέρεθ με περιουσία 4,2 δις.
Στο δημοσίευμα έγραφε μεταξύ άλλων για τον Βαγγέλη Μαρινάκη:
«Γόνος μιας εξέχουσας ελληνικής εφοπλιστικής οικογένειας, ο Μαρινάκης αξιοποίησε τις βάσεις που έθεσε ο πατέρας του, μετατρέποντας την Capital Maritime & Trading Corp σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία και αναδεικνυόμενος σε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του διεθνούς εμπορίου. Έχει προσθέσει στο χαρτοφυλάκιό του επιχειρηματικές δραστηριότητες στους τομείς των μέσων ενημέρωσης και της ενέργειας, εδραιώνοντας τη θέση του ανάμεσα στους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Ελλάδας.
Η πρώτη του ενασχόληση με το ποδόσφαιρο ξεκίνησε το 2010, όταν εξαγόρασε τον Ολυμπιακό. Έκτοτε, ο σύλλογος-κολοσσός επανέκτησε την κυριαρχία του εντός συνόρων, κατέκτησε το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο ελληνικής ομάδας σε συλλογικό επίπεδο (το Conference League του 2024) και συμμετείχε επανειλημμένα στη φάση των ομίλων του Champions League. Ο ίδιος έχει επενδύσει σημαντικά σε υποδομές, έχει διευρύνει την εμπορική εμβέλεια του συλλόγου και έχει προωθήσει τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Το 2017, μετέφερε τη δυναμική και μαχητική του φύση στα Midlands, ολοκληρώνοντας την εξαγορά της Νότιγχαμ Φόρεστ. Ο στόχος του ήταν σαφής: η αναγέννηση ενός «κοιμώμενου γίγαντα». Μετά από χρόνια αστάθειας, η Φόρεστ απέκτησε ξαφνικά ισχυρή οικονομική στήριξη και έναν ιδιοκτήτη πρόθυμο να δράσει αποφασιστικά.
Με τη στήριξη των επενδύσεων του Μαρινάκη, η Φόρεστ πέτυχε την άνοδο το 2022, επιστρέφοντας στην Premier League μετά από απουσία 23 ετών. Η παραμονή στην κορυφαία κατηγορία αποδείχθηκε δύσκολη πρόκληση. Ο ίδιος προχώρησε σε επιθετικές δαπάνες για να διατηρήσει τη Φόρεστ ανταγωνιστική, αποκτώντας μεγάλο αριθμό παικτών σε μία μόνο μεταγραφική περίοδο.
Το εμπορικό προφίλ της Φόρεστ έχει ενισχυθεί, τα έσοδα από τους αγώνες έχουν αυξηθεί και έργα υποδομής που παρέμεναν επί μακρόν στάσιμα έχουν προχωρήσει υπό την καθοδήγησή του».









